Πανελλαδικές εξετάσεις. Ένας αδιάβλητος αλλά όχι και τόσο αξιόπιστος θεσμός. Featured

Ο Αύγουστος είναι παραδοσιακά ο μήνας των θετικών προσδοκιών για την χρονιά που ξεκινά τον Σεπτέμβρη. Στην χώρα μας το νέο έτος, στην πραγματικότητα, μπαίνει τον Σεπτέμβριο και όχι τον Ιανουάριο. Ο λόγος είναι απλός, ξεκινά μία νέα σχολική – ακαδημαϊκή χρονιά γεμάτη φιλοδοξίες και όνειρα για πρόοδο.

Ειδικά για τους μαθητές που τελείωσαν το Λύκειο και έδωσαν εξετάσεις, ο Αύγουστος είναι μήνας αγωνίας και αναμονής για την σχολή που σύντομα πρόκειται να φοιτήσουν. Τα ΜΜΕ εβδομάδες πριν επιδιώκουν να κερδίσουν αναγνώστες με προβλέψεις γύρω από το που θα κυμανθούν οι φετινές βάσεις των σχολών. Άραγε, αξίζει ο θεσμός των πανελλαδικών εξετάσεων τόση δημοσιότητα;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Διότι ο θεσμός των πανελλαδικών είναι πράγματι αδιάβλητος, αφού – θεωρητικά – δίνει το δικαίωμα σε όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως καταγωγής, οικονομικής θέσης, φύλλου, θρησκείας να συναγωνιστούν επί ίσοις όροις. Αυτό που έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε όμως είναι κατά πόσο οι όροι είναι ίσοι; Ας δούμε μερικά επιχειρήματα που αποδεικνύουν ότι μάλλον οι όροι δεν είναι τελικά και τόσο ίσοι.

1.    Πως οι μαθητές βαθμολογούνται; Η απάντηση είναι ότι τα γραπτά των υποψηφίων πηγαίνουν σε άλλες πόλεις από αυτήν που οι μαθητές εξετάστηκαν και βαθμολογούνται με καλυμμένο το όνομα του υποψηφίου. Το θέμα όμως είναι, όλα τα βαθμολογικά κέντρα της χώρας βαθμολογούν με τα ίδια κριτήρια; Η απάντηση είναι όχι. Για αυτό και βλέπουμε πολλές φορές σημαντικές αποκλίσεις στο ποσοστό των αρίστων, ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή που τα γραπτά διορθώθηκαν.

Για όσους δεν γνωρίζουν την διαδικασία, για το κάθε μάθημα υπάρχει σε κάθε βαθμολογικό κέντρο ένας Συντονιστής καθηγητής. Δηλαδή κάποιος έμπειρος εκπαιδευτικός που μαζί με τους «συναδέλφους» του, συζητούν για την πολιτική βαθμολόγησης που θα ακολουθήσουν στα θέματα που έχουν τεθεί. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η συγκεκριμένη λογική βαθμολόγησης θα ακολουθηθεί σε όλα τα άλλα βαθμολογικά κέντρα της χώρας.

Βλέπουμε δηλαδή ότι, ανάλογα με τις τάσεις  που θα επικρατήσουν σε κάθε βαθμολογικό κέντρο δημιουργείται και μία διαφορετική κουλτούρα προσέγγισης των λύσεων. Ενδεικτικά, παραθέτω τις οδηγίες διόρθωσης που έλαβα ως διορθωτής σε βαθμολογικό κέντρο των Αθηνών το έτος 2010 για την μία από τις τέσσερις ενότητες που το διαγώνισμα στο μάθημα Αρχές Οικονομικής Θεωρίας (ΑΟΘ) περιλαμβάνει.

Όπως θα δείτε, η συγκεκριμένη λογική διόρθωσης επιβραβεύει τους μαθητές «παπαγάλους». Ανταμείβει με 4 μόρια όσους έχουν γράψει το υπογραμμισμένο με κίτρινο χρώμα κείμενο, με 18 το μπλε και με 3 μόρια το πράσινο. Οφείλουμε στο σημείο αυτό να πούμε ότι κανείς δεν είναι  υποχρεωμένος να ακολουθήσει τις οδηγίες αυτές πιστά. Επειδή η συγκεκριμένη λογική επιβραβεύει την αποστήθιση, κάτι που παιδαγωγικά είναι έξω από την κουλτούρα μου, δεν την ακολούθησα. Τα γραπτά που διόρθωσα, σύμφωνα με την γνώμη κάποιων «συναδέλφων», ίσως να έπρεπε να ήταν 5-10 μόρια κάτω γιατί απέδιδαν την θεωρία σωστά μεν, αλλά περιφραστικά. Άρα, προφανώς κάποιοι μαθητές αδικήθηκαν και κάποιοι άλλοι ευνοήθηκαν.

2.    Παρατηρήστε ότι την έκφραση «συνάδελφοι» την βάζω πάντα σε εισαγωγικά. Ο λόγος είναι ο εξής: Τα γραπτά δεν διορθώνονται από εκπαιδευτικούς της ίδιας ειδικότητας. Δηλαδή, σε ότι αφορά τα οικονομικά, τα γραπτά διορθώνονται και από εκπαιδευτικούς που διδάσκουν το μάθημα αλλά δεν είναι οικονομολόγοι. Αυτό προφανώς ισχύει και σε άλλα μαθήματα. Συνεπώς, η αξιοπιστία της διόρθωσης βάλλεται διότι από τη μία το κάθε γραπτό δεν διορθώνεται πάντα από τις αντίστοιχες ειδικότητες και από την άλλη, οι εκπαιδευτικοί – ακόμα και της ίδιας ειδικότητας – δεν έχουν εκπαιδευθεί ποτέ στο πως πρέπει να διορθώνουν και φυσικά διαφέρουν ως προς τα ακαδημαϊκά τους προσόντα και την εμβάθυνσή τους. Ειδικά σε ότι αφορά τους μαθητές με δυσλεξία τα προβλήματα είναι πραγματικά πολλά, αφού δεν υπάρχει καμία τυπική εκπαίδευση ως προς τον τρόπο που τα παιδιά αυτά πρέπει να εξετάζονται.

Συμπέρασμα: Οι βαθμολογητές πρέπει να επιλέγονται με αυστηρά κριτήρια και να ακολουθούν ειδική εκπαίδευση. Μετά το τέλος της διαδικασίας βαθμολόγησης πρέπει να αξιολογούνται και να παραμένουν μόνο οι ικανότεροι από αυτούς. Η ίδια λογική που υπαγορεύει ότι δεν είναι ικανοί να θέτουν θέματα στις εξετάσεις όλοι οι εκπαιδευτικοί, θα έπρεπε να ίσχυε και στην διαδικασία της διόρθωσης.

3.    Πως άραγε επιλέγονται οι εκπαιδευτικοί που βάζουν θέματα στις εξετάσεις; Η απάντηση είναι ότι η διαδικασία δεν είναι απόλυτα διαφανής. Δηλαδή, είναι στη διακριτική ευχέρεια των Συμβούλων εκπαίδευσης να προτείνουν κάποιους «συναδέλφους» που αυτοί θεωρούν ότι είναι επαρκείς να σηκώσουν το φορτίο να συντάξουν τα θέματα στις πανελλαδικές εξετάσεις. Όπου υπάρχει όμως ανθρώπινος παράγοντας και όχι αντικειμενικά κριτήρια, υπάρχουν σκιές.

Θα περίμενε κάποιος, στην εποχή της πληροφορικής, ότι με εντελώς διαφανή τρόπο θα μπορούσε κάποιος εκπαιδευτικός μέσα από τον ηλεκτρονικό ιστότοπο του Υπουργείου Παιδείας να αιτηθεί να συμμετάσχει στη σύνταξη των θεμάτων, εάν και εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που θα έχουν τεθεί. Για παράδειγμα, το Υπουργείο θα μπορούσε να είχε θέσει αντικειμενικά κριτήρια για τον υποψήφιο καθηγητή που επιθυμεί να συμμετάσχει στις επιτροπές θεμάτων όπως ενδεικτικά:

·         Να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 15 έτη εκπαιδευτικής εμπειρίας σε σχολείο,

·         Να είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στο διδακτικό αντικείμενο,

·    Να έχει συγγραφική εμπειρία. Μάλιστα στις πανελλαδικές εξετάσεις σήμερα συμβαίνει το αντίθετο! Απορρίπτονται οι πιο έμπειροι των συναδέλφων, δηλαδή όσοι κυκλοφορούν σχετικά εκπαιδευτικά βοηθήματα, υπό τον φόβο να μην αναπαράγουν ασκήσεις από τα βιβλία τους. Λες και οι συνάδελφοι που βάζουν σήμερα θέματα, δεν έχουν επηρεαστεί από ασκήσεις που κυκλοφορούν σε βοηθήματα έντυπα ή ηλεκτρονικής μορφής! Πραγματικά πρόκειται για κάτι εντελώς οξύμωρο που συμβάλει στην μη αξιοπιστία των εξετάσεων και τεκμηριώνει τα πολλά προβλήματα που προκύπτουν συχνά – πυκνά στις εκφωνήσεις των θεμάτων.

·         Να έχει Εθνικές ή Διεθνείς διακρίσεις με τους μαθητές του σε διαγωνισμούς, project ή άλλες εκπαιδευτικές δραστηριότητες.

Όσο η σύνθεση των επιτροπών που βάζουν τα εκάστοτε θέματα δεν καταρτίζεται με απόλυτη διαφάνεια, τόσο ο θεσμός των πανελλαδικών θα φθίνει σε αξιοπιστία.

4.    Τέλος, οι πανελλαδικές εξετάσεις - ευτυχώς - δεν είναι πλέον η μόνη επιλογή που οι μαθητές έχουν για να φοιτήσουν σε κάποιο πανεπιστήμιο. Τόσο η ίδρυση των Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου, όσο και η δυνατότητα να φοιτήσει κάποιος στην Κύπρο έχουν αυξήσει, σχετικά, τις ευκαιρίες σπουδών. Αυτό, όμως που κυριαρχεί πλέον ως τάση για τα παιδιά των οικονομικά ισχυρών της χώρας, είναι η αποστροφή προς το σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων και η επιλογή του ποιοτικά ανώτερου εκπαιδευτικού προγράμματος International Baccalaureate. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην χώρας μας, οι μαθητές που έδωσαν εξετάσεις με το συγκεκριμένο σύστημα αυξήθηκαν από 373 άτομα το έτος 2007 σε 678 άτομα το έτος 2017 ή εάν θέλετε ως ποσοστό κατά 81%.

Συνεπώς, οι πανελλαδικές εξετάσεις δεν προσφέρουν ίσες ευκαιρίες σε όσους θέλουν να σπουδάσουν, διότι όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα, λαμβάνουν καλύτερη παιδεία. Τα παιδιά των οικονομικά ισχυρών, δικαίως δεν θα εμπλακούν σε ένα παρωχημένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ανταμείβει την αποστήθιση, που δεν ακολουθεί τις διεθνείς τάσεις των προγραμμάτων σπουδών  άλλων αναπτυγμένων κρατών, που προσφέρει στους μαθητές ένα και μοναδικό σχολικό εγχειρίδιο που έχει γραφεί πριν πολλές δεκαετίες (κάποιες φορές ίσως και κάτω από αδιαφανείς διαδικασίες) και που έχει αδιανόητα υψηλά ποσοστά αποτυχίας στα μαθηματικά (83%). Επίσης, ακόμα και αυτοί – οι λίγοι – που θα επιλέξουν για τους δικούς τους λόγους τη διαδικασία των πανελλαδικών εξετάσεων, έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε υψηλού επιπέδου προετοιμασία που πιθανά να τους βοηθήσει να λάβουν υψηλότερη βαθμολογία.

Επειδή λοιπόν, από τη μία οφείλουμε να προστατέψουμε θεσμούς που παραμένουν αδιάβλητοι (άλλωστε δεν έχουν μείνει και πολλοί τέτοιοι στην κοινωνία μας) και από την άλλη οφείλουμε να δίνουμε σε όλους τους πολίτες ίσες ευκαιρίες εκπαίδευσης, είναι ανάγκη το Υπουργείο Παιδείας να επικαιροποιήσει το επίσημο πρόγραμμα σπουδών και να επιδιώξει την ενίσχυση της διαφάνειας των επιτροπών εξετάσεων, της εκπαίδευσης και της αξιολόγησης των βαθμολογητών.

Διαφορετικά, η ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια θα είναι εύκολο να επιτευχθεί, αφού κανείς πια δεν θα θέλει να συμμετάσχει σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα παρωχημένο, αντιπαιδαγωγικό και όχι και τόσο αξιόπιστο.

 

Αριστείδης Νότης

Αρχισυντάκτης του επιστημονικού περιοδικού ΞΕΝΟΦΩΝ &

Μέλος του Κεντρικού Δ.Σ. της Ένωσης Οικονομολόγων Εκπαιδευτικών Δ.Ε.