IB economics VS ΑΟΘ

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να επιδιώξει να αναλύσει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των δύο πιο δημοφιλών στην χώρα μας συστημάτων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ήτοι των Πανελλαδικών εξετάσεων και του International & Baccalaureate, σε ότι αφορά την διδασκαλία και την εξέταση των οικονομικών μαθημάτων (economics). Το πρώτο συμπέρασμα που εύκολα προκύπτει, είναι ότι ένας υποψήφιος φοιτητής που επιθυμεί να σπουδάσει οικονομία και διοίκηση, λαμβάνει πολύ καλύτερα εφόδια από το πρόγραμμα IB, γιατί διδάσκεται σε βάθος την οικονομική επιστήμη στην Β και την Γ λυκείου.

Αντίθετα, οι αντίστοιχοι υποψήφιοι των πανελλαδικών εξετάσεων έρχονται σε μία ουσιαστική επαφή με το αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης μόνο στην Γ λυκείου και μάλιστα μόνο με ένα μικρό μέρος της Μικροοικονομίας. Δηλαδή στην χώρα μας υπάρχει το εξής παράδοξο, ζητάμε από τους μαθητές της Β λυκείου να επιλέξουν εάν επιθυμούν να σπουδάσουν οικονομικά, χωρίς προηγουμένως να έχουν έρθει σε κάποια ουσιαστική επαφή με την επιστήμη της οικονομίας και της Διοίκησης! Αυτό το αναφέρω, γιατί μέσα από το μάθημα «εφεύρεση» που ονομάζεται Πολιτική Παιδεία, οι μαθητές αποκτούν μία αντιεπιστημονική και στρεβλή εικόνα για την οικονομική επιστήμη.

Από την άλλη, ένας μαθητής που κάνει IB economics διδάσκεται πολύ ενδιαφέροντα και ποικίλα θέματα που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της Μίκρο και Μάκροοικονομίας, των διεθνών οικονομικών και της θεωρίας οικονομικής ανάπτυξης. Όμως, τόσο ο υπερβολικός όγκος της ύλης, όσο τα ελλιπή μαθηματικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται δεν βοηθά τους υποψηφίους να εμβαθύνουν και να κατανοήσουν ουσιαστικά την θεματολογία που διδάσκονται. Με άλλα λόγια, ένας μαθητής IB είναι αδύνατον να κατανοήσει τόσο σοβαρά επιστημονικά θέματα (π.χ. price rigidity in oligopoly) χωρίς να χρησιμοποιήσει φροντιστηριακή βοήθεια.

Επίσης θεωρώ υπερβολικό από έναν μαθητή λυκείου που κάνει IB economics να μπορεί να κατανοήσει σε βάθος τι είναι οι ποσοστώσεις (quotas), η διαφοροποίηση της τιμολογιακής πολιτικής μιας επιχείρησης (price discrimination) κ.α. Όπως και δεν θεωρώ μεθοδολογικά σωστό να μιλάς για ισορροπία στην αγορά, μιλώντας για καμπύλες ζήτησης και προσφοράς που δεν έχεις εξηγήσει πρωτύτερα πως εξάγονται. Εάν ο μαθητής δεν καταλάβει ότι η καμπύλη προσφοράς εξάγεται μέσω των καμπυλών κόστους, πως θα κατανοήσει ότι ένας από τους προσδιοριστικούς παράγοντες που μετατοπίζουν την καμπύλη προσφοράς (non price determinants of supply) είναι οι μεταβολές στο κόστος; Ακόμα, οι μαθητές που κάνουν σε standard level economics είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι δεν εξετάζονται σε ασκήσεις, έστω χαμηλού βαθμού δυσκολίας.

Ας εξετάσουμε όμως τώρα πως το σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων αντιμετωπίζει την οικονομική θεωρία. Την αντιμετωπίζει με έναν τρόπο περιληπτικό και μονομερή, αφού δίνει έμφαση (μέχρι τώρα) μόνο στη Μικροοικονομία. Υποβαθμίζει το νοητικό επίπεδο των μαθητών, μέσω των απλών ασκήσεων που απαιτεί στις εξετάσεις και της ιδιαίτερα συρρικνωμένης ύλης (π.χ. οι σχέσεις μεταξύ των καμπυλών ΑΡ – ΜΡ & AVC – MC είναι εκτός ύλης), αφού εξετάζεται μόνο το υπόδειγμα του τέλειου ανταγωνισμού. Οφείλουμε όμως να αναγνωρίσουμε ότι προσεγγίζει την ύλη με ένα επιστημονικά ορθό τρόπο, αφού πρώτα μελετάει το κόστος, στη συνέχεια εξάγεται η καμπύλη προσφοράς και τέλος δείχνει πως φθάνουμε να μελετάμε την ισορροπία μέσω του μηχανισμού της αγοράς.

Συμπερασματικά, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι και το IB economics και οι αρχές οικονομικής θεωρίας (ΑΟΘ) που διδάσκονται στο Λύκειο, έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, κλείνοντας όμως σε τελική ανάλυση η πλάστιγγα υπέρ του πρώτου, αφού προσφέρει περισσότερα εφόδια στον εν δυνάμει φοιτητή οικονομικών σπουδών.

Με αφορμή τις επικείμενες αλλαγές στο εξεταστικό σύστημα από το επόμενο έτος και λόγω του θεσμικού μου ρόλου ως Μέλος του Κεντρικού Δ.Σ. της Ένωσης Οικονομολόγων Εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, θα ήθελα με αφορμή την ανωτέρω ανάλυση να προβώ στις ακόλουθες προτάσεις που ως μόνο στόχο έχουν την αναβάθμιση των οικονομικών σπουδών στην χώρα μας. Συγκεκριμένα οι προτάσεις μου είναι οι εξής:

  1. Το ιδανικό για τους μαθητές που επιθυμούν να σπουδάσουν οικονομικά, θα ήταν να διδάσκονται την οικονομική επιστήμη τόσο στην Β όσο και την Γ λυκείου. Συγκεκριμένα θα πρέπει να ακολουθήσουμε την δομή του ΙΒ όπου στην Β λυκείου διδάσκεται η Μικροοικονομία και στην Γ λυκείου η Μακροοικονομία, αλλά στις τελικές εξετάσεις οι υποψήφιοι εξετάζονται στο σύνολο της ύλης και των δύο τάξεων. Εφόσον όμως το σύστημα δυστυχώς δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο, θα πρέπει στην Γ λυκείου να διδαχθούν και τους δύο αυτούς κλάδους της οικονομικής επιστήμης.
  2. Οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν με μεγάλη ευκολία έννοιες της Μικροοικονομικής όπως: η ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή, η εισοδηματική ελαστικότητα, η σταυροειδής ελαστικότητα, το πλεόνασμα καταναλωτή και παραγωγού, η κρατική παρέμβαση (επιβολή φόρων, επιδοτήσεων, ανώτατων και κατώτατων τιμών). 
  3. Σε ότι αφορά την Μακροοικονομία, η πρότασή μου είναι ότι οι μαθητές πρέπει να διδαχθούν βασικές έννοιες όπως το Α.Ε.Π. και τα παράγωγα μεγέθη του, ο Δείκτης Τιμών, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, ο πληθωρισμός, η ανεργία, η καμπύλη Philips, το πραγματικό και ονομαστικό εισόδημα.

Εν κατακλείδι, το συμπέρασμα που προκύπτει από την ανωτέρω ανάλυση είναι ότι κάποτε η χώρα μας θα πρέπει να ακολουθήσει τις διεθνείς εκπαιδευτικές εξελίξεις, να εκσυγχρονίσει τα προγράμματα σπουδών στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να πάψει να λειτουργεί – ιδιαίτερα σε θέματα παιδείας – η εκάστοτε κυβέρνηση με κύριο γνώμονα την ικανοποίηση συντεχνιακών (επιστημονικών) ομάδων που ασκούν διαχρονικά επιρροή στη διαμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων.